Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακάτωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανάμιξη γιά σκόπιμη σύγχυση, ώστε κάτι να μην είναι σε προβλέψιμη θέση Βικιλεξικό
    • Τέτοιο ανακάτωμα σε τράπουλα μόνο γκρουπιέρη και χαρτοκλέφτη έχω δει να κάνουν. Ξέρω ότι δεν είσαι γκρουπιέρης.
  2. ανάμιξη ξένων στοιχείων Βικιλεξικό
    • Χρειάζεται γερό ανακάτωμα για να διαλυθεί καλά η μπογιά μέσα στο νερό προτού βάψουμε
  3. ανάδευση, η κίνηση που κάνουμε με την κουτάλα όταν μαγειρεύουμε ένα φαγητό για να αναμιχθούν καλύτερα τα τρόφιμα μέσα στην κατσαρόλα Βικιλεξικό
    • Βαριέμαι το ανακάτωμα, αλλά αν δεν το κάνω οι άτιμες οι χυλοπίτες πάντα κολλάνε στον πάτο
  4. μπέρδεμα, συμφυρμός Βικιλεξικό
    • Τα έχω κάνει τώρα όλα σαλάτα στο μυαλό μου. Πω ρε ανακάτωμα! Ας το ξανακοιτάξω αύριο
  5. η τάση για εμετό, η ναυτία, η ανάγκη κένωσης του στομάχου, η αναγούλα Βικιλεξικό
    • Νιώθω ένα ανακάτωμα. Τι στην ευχή έβαλες στο φαγητό ρε γυναίκα;
  6. η οργανική ή συναισθηματική απέχθεια, η αηδία, η σιχαμάρα Βικιλεξικό
    • Οταν βλέπω να καθαρίζουν τη μύτη τους στο δρόμο μου έρχεται ανακάτωμα
  7. η παρέμβαση σε ξένες υποθέσεις και η πρόκληση δυσάρεστων συνεπειών Βικιλεξικό
    • Αμα κοίταζες τη δουλειά σου και όχι τα σούρτα-φέρτα της κουνιάδας σου δεν θα είχαμε τώρα ανακατώματα.

Ετυμολογία

ανακάτωμα < ανακατώνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανακάτωμαανακατώματα
Γενικήανακατώματοςανακατωμάτων
Αιτιατικήανακάτωμαανακατώματα
Κλητικήανακάτωμαανακατώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →