Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακαταγραφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ανακαταγράφω Βικιλεξικό
    • Ωστόσο, σύμφωνα με τις πληροφορίες, ο Περισσός έχει αποφασίσει να αξιοποιήσει την εμπειρία αυτή και έτσι προωθεί την ιδέα της ανακαταγραφής όλων των κομματικών δυνάμεων, η οποία θα δρομολογείται με απόφαση του συνεδρίου και η Κεντρική Επιτροπή θα καθορίζει τους όρους και τις προθεσμίες διεξαγωγής της.', (εφ. Το Βήμα, 9/12/2012)

Ετυμολογία

ανακαταγραφή < ανακαταγράφω + -ή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανακαταγραφήανακαταγραφές
Γενικήανακαταγραφήςανακαταγραφών
Αιτιατικήανακαταγραφήανακαταγραφές
Κλητικήανακαταγραφήανακαταγραφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →