ανακατασκευάζω
•
- κατασκευάζω εκ νέου κάτι, τροποποιώντας το ή συμπληρώνοντάς το Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακατασκευάζω < ανα- + κατασκευάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανακατασκευάζω | ανακατασκευάζεις | ανακατασκευάζει | ανακατασκευάζουμε | ανακατασκευάζετε | ανακατασκευάζουν / ανακατασκευάζουνε |
| Παρατατικός | ανακατασκεύαζα | ανακατασκεύαζες | ανακατασκεύαζε | ανακατασκευάζαμε | ανακατασκευάζατε | ανακατασκευάζαν / ανακατασκευάζανε / ανακατασκεύαζαν |
| Αόριστος | ανακατασκεύασα | ανακατασκεύασες | ανακατασκεύασε | ανακατασκευάσαμε | ανακατασκευάσατε | ανακατασκευάσαν / ανακατασκευάσανε / ανακατασκεύασαν |
| Μέλλοντας | θα ανακατασκευάζω / θα ανακατασκευάσω | θα ανακατασκευάζεις / θα ανακατασκευάσεις | θα ανακατασκευάζει / θα ανακατασκευάσει | θα ανακατασκευάζουμε / θα ανακατασκευάσουμε | θα ανακατασκευάζετε / θα ανακατασκευάσετε | θα ανακατασκευάζουν / θα ανακατασκευάζουνε / θα ανακατασκευάσουν / θα ανακατασκευάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανακατασκευάσει | έχεις ανακατασκευάσει | έχει ανακατασκευάσει | έχουμε ανακατασκευάσει | έχετε ανακατασκευάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανακατασκευάσει | είχες ανακατασκευάσει | είχε ανακατασκευάσει | είχαμε ανακατασκευάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανακατασκευάσει / να ανακατασκευάζω / να ανακατασκευάσω | να έχεις ανακατασκευάσει / να ανακατασκευάζεις / να ανακατασκευάσεις | να έχει ανακατασκευάσει / να ανακατασκευάζει / να ανακατασκευάσει | να έχουμε ανακατασκευάσει / να ανακατασκευάζουμε / να ανακατασκευάσουμε | να έχετε ανακατασκευάσει / να ανακατασκευάζετε / να ανακατασκευάσετε | να ανακατασκευάζουν / να ανακατασκευάζουνε / να ανακατασκευάσουν / να ανακατασκευάσουνε |
| Προστακτική | — | ανακατασκεύαζε / ανακατασκεύασε | — | — | ανακατασκευάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανακατασκευάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →