Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκεύος

/ˈsce.vos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθένα από τα διάφορα αντικείμενα για οικιακή ή άλλη χρήση (π.χ. μαγείρεμα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκεύος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκεύη, πληθυντικός του σκεῦος (δοχείο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκεύοςσκεύη
Γενικήσκεύουςσκευών
Αιτιατικήσκεύοςσκεύη
Κλητικήσκεύοςσκεύη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →