Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανακομιδή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκταφή του λειψάνου ή των οστών νεκρού και η μεταφορά τους σε οστεοφυλάκιο (ή σε άλλον τάφο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανακομιδή < ελληνιστική κοινή ἀνακομιδή (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική ἀνακομιδή < ἀνακομίζω < ἀνά + κομίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανακομιδήανακομιδές
Γενικήανακομιδήςανακομιδών
Αιτιατικήανακομιδήανακομιδές
Κλητικήανακομιδήανακομιδές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →