ανακομιδή
•
- η εκταφή του λειψάνου ή των οστών νεκρού και η μεταφορά τους σε οστεοφυλάκιο (ή σε άλλον τάφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανακομιδή < ελληνιστική κοινή ἀνακομιδή (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική ἀνακομιδή < ἀνακομίζω < ἀνά + κομίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακομιδή | ανακομιδές |
| Γενική | ανακομιδής | ανακομιδών |
| Αιτιατική | ανακομιδή | ανακομιδές |
| Κλητική | ανακομιδή | ανακομιδές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →