ανακρίβεια
•
- έλλειψη ακρίβειας, ψέμα ή λάθος Βικιλεξικό
- το κείμενο είναι γεμάτο ανακρίβειες
Ετυμολογία
ανακρίβεια < ανακριβ(ής) (< αν- στερητικό + ακριβής) + -εια, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική inexactitude
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανακρίβεια | ανακρίβειες |
| Γενική | ανακρίβειας | ανακριβειών |
| Αιτιατική | ανακρίβεια | ανακρίβειες |
| Κλητική | ανακρίβεια | ανακρίβειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →