αναλογία
•
- σχέση δύο ή περισσότερων μεγεθών μεταξύ τους, ο λόγος της τιμής ή του μεγέθους του ενός προς το άλλο, σε μια πραγματική ή υποθετική διαίρεση ή σε έναν άτυπο πολλαπλασιασμό Βικιλεξικό
- Στην αστυφιλία η αναλογία του αστικού προς τον αγροτικό πληθυσμό μπορεί να είναι ακόμα και 2 προς 1. (δηλαδή οι αστοί να είναι διπλάσιοι)
- oι αναλογίες του ανθρώπινου σώματος
- πρέπει να τηρούνται οι αναλογίες διαφορετικά χαλάει η συνταγή
- sτην ταινία τηρούνται θαυμάσια οι αναλογίες μυστηρίου και δράσης
- Εξαιρετικό έργο στο είδος του, μου θύμιζε τον «Άμλετ», τηρουμένων βέβαια των αναλογιών.
- ομοιότητα, παραλληλισμό Βικιλεξικό
- Πολλοί διακρίνουν μια αναλογία ανάμεσα στην πτώχευση μιας χώρας και στην κήρυξη πολέμου εναντίον της.
- μέτρο, σύνεση, η τοποθέτηση ενός ζητήματος σε αντικειμενικές, πραγματικές διαστάσεις Βικιλεξικό
- Έχασες κάθε αίσθηση του μέτρου και των αναλογιών. Πρέπει να ανακτήσεις την ψυχραιμία σου!
Ετυμολογία
αναλογία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναλογία < ἀνάλογος < ἀνά + λόγος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική analogie < λατινική analogia ή από τη γαλλική proportion
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναλογία | αναλογίες |
| Γενική | αναλογίας | αναλογιών |
| Αιτιατική | αναλογία | αναλογίες |
| Κλητική | αναλογία | αναλογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →