Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλογία

/a.na.loˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σχέση δύο ή περισσότερων μεγεθών μεταξύ τους, ο λόγος της τιμής ή του μεγέθους του ενός προς το άλλο, σε μια πραγματική ή υποθετική διαίρεση ή σε έναν άτυπο πολλαπλασιασμό Βικιλεξικό
    • Στην αστυφιλία η αναλογία του αστικού προς τον αγροτικό πληθυσμό μπορεί να είναι ακόμα και 2 προς 1. (δηλαδή οι αστοί να είναι διπλάσιοι)
    • oι αναλογίες του ανθρώπινου σώματος
    • πρέπει να τηρούνται οι αναλογίες διαφορετικά χαλάει η συνταγή
    • sτην ταινία τηρούνται θαυμάσια οι αναλογίες μυστηρίου και δράσης
    • Εξαιρετικό έργο στο είδος του, μου θύμιζε τον «Άμλετ», τηρουμένων βέβαια των αναλογιών.
  2. ομοιότητα, παραλληλισμό Βικιλεξικό
    • Πολλοί διακρίνουν μια αναλογία ανάμεσα στην πτώχευση μιας χώρας και στην κήρυξη πολέμου εναντίον της.
  3. μέτρο, σύνεση, η τοποθέτηση ενός ζητήματος σε αντικειμενικές, πραγματικές διαστάσεις Βικιλεξικό
    • Έχασες κάθε αίσθηση του μέτρου και των αναλογιών. Πρέπει να ανακτήσεις την ψυχραιμία σου!

Ετυμολογία

αναλογία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναλογία < ἀνάλογος < ἀνά + λόγος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική analogie < λατινική analogia ή από τη γαλλική proportion

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναλογίααναλογίες
Γενικήαναλογίαςαναλογιών
Αιτιατικήαναλογίααναλογίες
Κλητικήαναλογίααναλογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →