αναλογώ
•
- αξίζω, αντιστοιχώ με κάποιο παράγοντα, είμαι ανάλογο Βικιλεξικό
- Τι μερίδιο μου αναλογεί από την κληρονομιά; Πόσο δικαιούμαι;
- Το χαρτζιλίκι που σου αναλογεί δεν μπορεί να είναι διπλάσιο από του αδελφού σου
Ετυμολογία
αναλογώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναλογῶ < ἀνάλογος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναλογώ | αναλογείς | αναλογεί | αναλογούμε | αναλογείτε | αναλογούν / αναλογούνε |
| Παρατατικός | αναλογούσα | αναλογούσες | αναλογούσε | αναλογούσαμε | αναλογούσατε | αναλογούσαν / αναλογούσανε |
| Μέλλοντας | θα αναλογώ | θα αναλογείς | θα αναλογεί | θα αναλογούμε | θα αναλογείτε | θα αναλογούν / θα αναλογούνε |
| Υποτακτική | να αναλογώ | να αναλογείς | να αναλογεί | να αναλογούμε | να αναλογείτε | να αναλογούν / να αναλογούνε |
| Προστακτική | — | — | — | — | αναλογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →