αναλώσιμος
•
- που μπορεί να αναλωθεί, να ξοδευτεί Βικιλεξικό
- όρος της βιομηχανίας τροφίμου για το χρονικό όριο ασφαλούς κατανάλωσης των προϊόντων Βικιλεξικό
- αναλώσιμο έως 3/3/2025
- μεταφορικάπου δεν αξίζει να σωθεί, που δεν στοιχίζει τίποτε να χαθεί -ακόμα και για ανθρώπους Βικιλεξικό
- Έστειλαν ταυς ανώνυμους σαν φανταράκια στο Ιράκ γιατί ήταν αναλώσιμοι ενώ κράτησαν στο υπουργείο Άμυνας γραφιάδες όσους ήταν συγγενείς πολιτικών ή επιχειρηματιών
Ετυμολογία
αναλώσιμος < αναλώνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναλώσιμος | αναλώσιμη | αναλώσιμο |
| Γενική | αναλώσιμου | αναλώσιμης | αναλώσιμου |
| Αιτιατική | αναλώσιμο | αναλώσιμη | αναλώσιμο |
| Κλητική | αναλώσιμε | αναλώσιμη | αναλώσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναλώσιμοι | αναλώσιμες | αναλώσιμα |
| Γενική | αναλώσιμων | αναλώσιμων | αναλώσιμων |
| Αιτιατική | αναλώσιμους | αναλώσιμες | αναλώσιμα |
| Κλητική | αναλώσιμοι | αναλώσιμες | αναλώσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →