Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλώσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να αναλωθεί, να ξοδευτεί Βικιλεξικό
  2. όρος της βιομηχανίας τροφίμου για το χρονικό όριο ασφαλούς κατανάλωσης των προϊόντων Βικιλεξικό
    • αναλώσιμο έως 3/3/2025
  3. μεταφορικάπου δεν αξίζει να σωθεί, που δεν στοιχίζει τίποτε να χαθεί -ακόμα και για ανθρώπους Βικιλεξικό
    • Έστειλαν ταυς ανώνυμους σαν φανταράκια στο Ιράκ γιατί ήταν αναλώσιμοι ενώ κράτησαν στο υπουργείο Άμυνας γραφιάδες όσους ήταν συγγενείς πολιτικών ή επιχειρηματιών

Ετυμολογία

αναλώσιμος < αναλώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλώσιμοςαναλώσιμηαναλώσιμο
Γενικήαναλώσιμουαναλώσιμηςαναλώσιμου
Αιτιατικήαναλώσιμοαναλώσιμηαναλώσιμο
Κλητικήαναλώσιμεαναλώσιμηαναλώσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλώσιμοιαναλώσιμεςαναλώσιμα
Γενικήαναλώσιμωναναλώσιμωναναλώσιμων
Αιτιατικήαναλώσιμουςαναλώσιμεςαναλώσιμα
Κλητικήαναλώσιμοιαναλώσιμεςαναλώσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →