σύγκρουση
•
- ορμητική πτώση ενός κινούμενου αντικειμένου πάνω σε άλλο κινούμενο ή ακίνητο αντικείμενο Βικιλεξικό
- θανατηφόρα μετωπική σύγκρουση δύο αυτοκινήτων
- πολεμική, αθλητική, πολιτική ή άλλου είδους μάχη, αναμέτρηση, διαφωνία Βικιλεξικό
- Η δομή, πρωταρχική και βασική, στην πραγματικότητα περιορίζεται σε μια αρχετυπική σύγκρουση αντιθετικών ζευγαριών: του Καλού με το Κακό, του Ανθρώπου με το Κτήνος, της Γυναίκας με τον Άντρα, του Παιδιού με τον Ενήλικο, του Πολιτισμού με τη Φύση. (Μαρί Λου, Πρόμαχος, εκδ. Πατάκης, 2016, μεταφραστής Αλέξης Καλοφωλιάς)
- αναντιστοιχία, ασυμβατότητα Βικιλεξικό
- οι απόψεις σου έρχονται σε σύγκρουση με την κοινή λογική
- πληροφορικήη εσφαλμένη υπαγωγή περιοχής δίσκου, κάρτας μνήμης ή άλλου φορέα δεδομένων σε διαφορετικά (περισσότερα του ενός) αναγνωριστικά (αναγνωριστικούς κώδικες) Βικιλεξικό
- πληροφορικήcollision: η ταυτόχρονη χρήση ομοίων ονομάτων (πχ. μεταβλητών, συναρτήσεων) ή κωδικών (πχ. κωδικών κατατεμαχισμού), οπότε δημιουργείται πρόβλημα ταυτοποίησης τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύγκρουση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύγκρου(σις) + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε σύγ- + κρούση. → δείτε τη λέξη συγκρούομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγκρουση | συγκρούσεις |
| Γενική | σύγκρουσης | συγκρούσεων |
| Αιτιατική | σύγκρουση | συγκρούσεις |
| Κλητική | σύγκρουση | συγκρούσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →