αναμορφώνω
•
- αλλάζω σημαντικά και σε βάθος κάτι, του δίνω νέα μορφή αλλά και νέα ουσία Βικιλεξικό
- Πρέπει να αναμορφωθεί το εκπαιδευτικό σύστημα
- Αποφάσισαν να αναμορφώσουν την οδό Πανεπιστημίου
- εκπαιδεύω σε νέες βάσεις ώστε να φέρω στην επιφάνεια τον καλύτερο εαυτό ενός ανθρώπου και να μπορέσει αυτός να επανενταχθεί στο κοινωνικό σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναμορφώνω < μεταγενέστερη ελληνική ἀναμορφόω-ἀναμορφῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναμορφώνω | αναμορφώνεις | αναμορφώνει | αναμορφώνουμε | αναμορφώνετε | αναμορφώνουν / αναμορφώνουνε |
| Παρατατικός | αναμόρφωνα | αναμόρφωνες | αναμόρφωνε | αναμορφώναμε | αναμορφώνατε | αναμορφώναν / αναμορφώνανε / αναμόρφωναν |
| Αόριστος | αναμόρφωσα | αναμόρφωσες | αναμόρφωσε | αναμορφώσαμε | αναμορφώσατε | αναμορφώσαν / αναμορφώσανε / αναμόρφωσαν |
| Μέλλοντας | θα αναμορφώνω / θα αναμορφώσω | θα αναμορφώνεις / θα αναμορφώσεις | θα αναμορφώνει / θα αναμορφώσει | θα αναμορφώνουμε / θα αναμορφώσουμε | θα αναμορφώνετε / θα αναμορφώσετε | θα αναμορφώνουν / θα αναμορφώνουνε / θα αναμορφώσουν / θα αναμορφώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναμορφώσει | έχεις αναμορφώσει | έχει αναμορφώσει | έχουμε αναμορφώσει | έχετε αναμορφώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναμορφώσει | είχες αναμορφώσει | είχε αναμορφώσει | είχαμε αναμορφώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναμορφώσει / να αναμορφώνω / να αναμορφώσω | να έχεις αναμορφώσει / να αναμορφώνεις / να αναμορφώσεις | να έχει αναμορφώσει / να αναμορφώνει / να αναμορφώσει | να έχουμε αναμορφώσει / να αναμορφώνουμε / να αναμορφώσουμε | να έχετε αναμορφώσει / να αναμορφώνετε / να αναμορφώσετε | να αναμορφώνουν / να αναμορφώνουνε / να αναμορφώσουν / να αναμορφώσουνε |
| Προστακτική | — | αναμόρφωνε / αναμόρφωσε | — | — | αναμορφώνετε / αναμορφώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →