Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανανεώνομαι

ρήμα
•
  1. ξανανιώνω Βικιλεξικό
    • Θα κάνω πιλάτες και κολύμπι και μάσκες ομορφιές και θα ανανεωθώ
  2. βρίσκω καινούργια ενδιαφέροντα για να ξαναβρώ την καλή μου διάθεση, την δημιουργικότητά μου Βικιλεξικό
    • Μετά την τρίτη ταινία του δεν ανανεώθηκε και καταντά κουραστικός

Ετυμολογία

ανανεώνομαι < αρχαία ελληνική ἀνανεόομαι-ἀνανεοῦμαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανανεώνομαιανανεώνεσαιανανεώνεταιανανεωνόμαστεανανεώνεστεανανεώνονται
Παρατατικόςανανεωνόμουν / ανανεωνόμουναανανεωνόσουν / ανανεωνόσουναανανεωνόταν / ανανεωνότανεανανεωνόμασταν / ανανεωνόμαστεανανεωνόσασταν / ανανεωνόσαστεανανεωνόντουσαν / ανανεώνονταν
Αόριστοςανανεώθηκαανανεώθηκεςανανεώθηκεανανεωθήκαμεανανεωθήκατεανανεωθήκαν / ανανεωθήκανε / ανανεώθηκαν
Μέλλονταςθα ανανεωθώ / θα ανανεώνομαιθα ανανεωθείς / θα ανανεώνεσαιθα ανανεωθεί / θα ανανεώνεταιθα ανανεωθούμε / θα ανανεωνόμαστεθα ανανεωθείτε / θα ανανεώνεστεθα ανανεωθούν / θα ανανεωθούνε / θα ανανεώνονται
Παρακείμενοςέχω ανανεωθείέχεις ανανεωθείέχει ανανεωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ανανεωθείείχες ανανεωθείείχε ανανεωθεί———
Υποτακτικήνα έχω ανανεωθεί / να ανανεωθώ / να ανανεώνομαινα έχεις ανανεωθεί / να ανανεωθείς / να ανανεώνεσαινα έχει ανανεωθεί / να ανανεωθεί / να ανανεώνεταινα ανανεωθούμε / να ανανεωνόμαστενα ανανεωθείτε / να ανανεώνεστενα ανανεωθούν / να ανανεωθούνε / να ανανεώνονται
Προστακτική—ανανεώνου / ανανεώσου——ανανεωθείτε / ανανεώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →