ανανεώνομαι
•
- ξανανιώνω Βικιλεξικό
- Θα κάνω πιλάτες και κολύμπι και μάσκες ομορφιές και θα ανανεωθώ
- βρίσκω καινούργια ενδιαφέροντα για να ξαναβρώ την καλή μου διάθεση, την δημιουργικότητά μου Βικιλεξικό
- Μετά την τρίτη ταινία του δεν ανανεώθηκε και καταντά κουραστικός
Ετυμολογία
ανανεώνομαι < αρχαία ελληνική ἀνανεόομαι-ἀνανεοῦμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανανεώνομαι | ανανεώνεσαι | ανανεώνεται | ανανεωνόμαστε | ανανεώνεστε | ανανεώνονται |
| Παρατατικός | ανανεωνόμουν / ανανεωνόμουνα | ανανεωνόσουν / ανανεωνόσουνα | ανανεωνόταν / ανανεωνότανε | ανανεωνόμασταν / ανανεωνόμαστε | ανανεωνόσασταν / ανανεωνόσαστε | ανανεωνόντουσαν / ανανεώνονταν |
| Αόριστος | ανανεώθηκα | ανανεώθηκες | ανανεώθηκε | ανανεωθήκαμε | ανανεωθήκατε | ανανεωθήκαν / ανανεωθήκανε / ανανεώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα ανανεωθώ / θα ανανεώνομαι | θα ανανεωθείς / θα ανανεώνεσαι | θα ανανεωθεί / θα ανανεώνεται | θα ανανεωθούμε / θα ανανεωνόμαστε | θα ανανεωθείτε / θα ανανεώνεστε | θα ανανεωθούν / θα ανανεωθούνε / θα ανανεώνονται |
| Παρακείμενος | έχω ανανεωθεί | έχεις ανανεωθεί | έχει ανανεωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανανεωθεί | είχες ανανεωθεί | είχε ανανεωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανανεωθεί / να ανανεωθώ / να ανανεώνομαι | να έχεις ανανεωθεί / να ανανεωθείς / να ανανεώνεσαι | να έχει ανανεωθεί / να ανανεωθεί / να ανανεώνεται | να ανανεωθούμε / να ανανεωνόμαστε | να ανανεωθείτε / να ανανεώνεστε | να ανανεωθούν / να ανανεωθούνε / να ανανεώνονται |
| Προστακτική | — | ανανεώνου / ανανεώσου | — | — | ανανεωθείτε / ανανεώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →