αναπαραστατικός
•
- που έχει σχέση με αναπαράσταση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπαραστατικός < αναπαράσταση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπαραστατικός | αναπαραστατική | αναπαραστατικό |
| Γενική | αναπαραστατικού | αναπαραστατικής | αναπαραστατικού |
| Αιτιατική | αναπαραστατικό | αναπαραστατική | αναπαραστατικό |
| Κλητική | αναπαραστατικέ | αναπαραστατική | αναπαραστατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπαραστατικοί | αναπαραστατικές | αναπαραστατικά |
| Γενική | αναπαραστατικών | αναπαραστατικών | αναπαραστατικών |
| Αιτιατική | αναπαραστατικούς | αναπαραστατικές | αναπαραστατικά |
| Κλητική | αναπαραστατικοί | αναπαραστατικές | αναπαραστατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →