Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπαραστατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με αναπαράσταση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναπαραστατικός < αναπαράσταση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπαραστατικόςαναπαραστατικήαναπαραστατικό
Γενικήαναπαραστατικούαναπαραστατικήςαναπαραστατικού
Αιτιατικήαναπαραστατικόαναπαραστατικήαναπαραστατικό
Κλητικήαναπαραστατικέαναπαραστατικήαναπαραστατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπαραστατικοίαναπαραστατικέςαναπαραστατικά
Γενικήαναπαραστατικώναναπαραστατικώναναπαραστατικών
Αιτιατικήαναπαραστατικούςαναπαραστατικέςαναπαραστατικά
Κλητικήαναπαραστατικοίαναπαραστατικέςαναπαραστατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →