Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπληροφόρηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη κριτική, οι γνώμες, οι απόψεις και τα σχόλια που λαμβάνει κάποιος μετά από μία δημοσίευση, ενέργεια ή πράξη του Βικιλεξικό
    • Αν και δεν είναι απαραίτητη για την επιτυχή ολοκλήρωση της διαδικασίας επικοινωνίας, η αναπληροφόρηση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον αποστολέα. Του δίνει πληροφορίες για το αν λαμβάνονται ή όχι τα μηνύματα που στέλνει, για το βαθμό κατανόησης, καθώς και τις αντιδράσεις του παραλήπτη σ’ αυτές. (*)
    • Τα οφέλη που έβλεπα ήταν αφενός ότι με το ιστολόγιο υπάρχει δυνατότητα ακαριαίας αντίδρασης και αφετέρου ότι είναι πιο εύκολη η αναπληροφόρηση. (*)

Ετυμολογία

αναπληροφόρηση < ανα- + πληροφόρηση ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική feedback)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναπληροφόρησηαναπληροφορήσεις
Γενικήαναπληροφόρησηςαναπληροφορήσεων
Αιτιατικήαναπληροφόρησηαναπληροφορήσεις
Κλητικήαναπληροφόρησηαναπληροφορήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →