ανατροφοδότηση
•
- η τροφοδότηση εκ νέου Βικιλεξικό
- τεχνολογίαανάδραση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατροφοδότηση < (καθαρεύουσα) ἀνατροφοδότη(σις) + -ση, (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική feedback). Αναλύεται σε ανα- + τροφοδότηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανατροφοδότηση | ανατροφοδοτήσεις |
| Γενική | ανατροφοδότησης | ανατροφοδοτήσεων |
| Αιτιατική | ανατροφοδότηση | ανατροφοδοτήσεις |
| Κλητική | ανατροφοδότηση | ανατροφοδοτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →