Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπολητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αναπόληση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναπολητικός < αναπολώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπολητικόςαναπολητικήαναπολητικό
Γενικήαναπολητικούαναπολητικήςαναπολητικού
Αιτιατικήαναπολητικόαναπολητικήαναπολητικό
Κλητικήαναπολητικέαναπολητικήαναπολητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπολητικοίαναπολητικέςαναπολητικά
Γενικήαναπολητικώναναπολητικώναναπολητικών
Αιτιατικήαναπολητικούςαναπολητικέςαναπολητικά
Κλητικήαναπολητικοίαναπολητικέςαναπολητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →