αναπολητικός
•
- που έχει σχέση με την αναπόληση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπολητικός < αναπολώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπολητικός | αναπολητική | αναπολητικό |
| Γενική | αναπολητικού | αναπολητικής | αναπολητικού |
| Αιτιατική | αναπολητικό | αναπολητική | αναπολητικό |
| Κλητική | αναπολητικέ | αναπολητική | αναπολητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπολητικοί | αναπολητικές | αναπολητικά |
| Γενική | αναπολητικών | αναπολητικών | αναπολητικών |
| Αιτιατική | αναπολητικούς | αναπολητικές | αναπολητικά |
| Κλητική | αναπολητικοί | αναπολητικές | αναπολητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →