αναπολώ
•
- νοσταλγώ κάποιες στιγμές από το παρελθόν και τις φέρνω στη μνήμη μου, στρέφομαι στο παρελθόν και μου λείπει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπολώ < αρχαία ελληνική ἀναπολέω / ἀναπολῶ < ἀνά + πολέω < πέλω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναπολώ | αναπολείς / αναπόλει | αναπολεί | αναπολούμε | αναπολείτε | αναπολούν |
| Παρατατικός | αναπολούσα | αναπολούσες | αναπολούσε | αναπολούσαμε | αναπολούσατε | αναπολούσαν |
| Αόριστος | αναπολήσω / αναπόλησα | αναπολήσεις / αναπόλησε / αναπόλησες | αναπολήσει / αναπόλησε | αναπολήσαμε / αναπολήσουμε | αναπολήσατε / αναπολήσετε / αναπολήστε | αναπολήσουν / αναπόλησαν |
| Μέλλοντας | θα αναπολήσω / θα αναπολώ | θα αναπολήσεις / θα αναπολείς | θα αναπολήσει / θα αναπολεί | θα αναπολήσουμε / θα αναπολούμε | θα αναπολήσετε / θα αναπολείτε | θα αναπολήσουν / θα αναπολούν |
| Παρακείμενος | έχω αναπολήσει | έχεις αναπολήσει | έχει αναπολήσει | έχουμε αναπολήσει | έχετε αναπολήσει | έχουν αναπολήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναπολήσει | είχες αναπολήσει | είχε αναπολήσει | είχαμε αναπολήσει | είχατε αναπολήσει | είχαν αναπολήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →