Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπόφευκτος

/a.naˈpo.fef.ktos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορείς να τον αποφύγεις, που θα τον υποστείς οπωσδήποτε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναπόφευκτος < στερητικό αν- + αποφεύγ(ω) + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπόφευκτοςαναπόφευκτηαναπόφευκτo / αναπόφευκτο
Γενικήαναπόφευκτουαναπόφευκτηςαναπόφευκτου
Αιτιατικήαναπόφευκτοαναπόφευκτηαναπόφευκτο
Κλητικήαναπόφευκτεαναπόφευκτηαναπόφευκτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπόφευκτοιαναπόφευκτεςαναπόφευκτα
Γενικήαναπόφευκτωναναπόφευκτωναναπόφευκτων
Αιτιατικήαναπόφευκτουςαναπόφευκτεςαναπόφευκτα
Κλητικήαναπόφευκτοιαναπόφευκτεςαναπόφευκτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →