αναρχούμαι
•
- πολιτικήκυβερνιέμαι με αναρχικό τρόπο Βικιλεξικό
- δεν υπακούω σε συγκεκριμένους κανόνες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρχούμαι < άναρχος + -ούμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναρχούμαι | αναρχείσαι | αναρχείται | αναρχούμαστε | αναρχείστε | αναρχούνται |
| Παρατατικός | αναρχούμουν | αναρχούσουν | αναρχούνταν | αναρχούμασταν / αναρχούμαστε | αναρχούσασταν / αναρχούσαστε | αναρχούνταν |
| Αόριστος | αναρχήθηκα | αναρχήθηκες | αναρχήθηκε | αναρχηθήκαμε | αναρχηθήκατε | αναρχήθηκαν / αναρχηθήκαν / αναρχηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αναρχηθώ / θα αναρχούμαι | θα αναρχείσαι / θα αναρχηθείς | θα αναρχείται / θα αναρχηθεί | θα αναρχηθούμε / θα αναρχούμαστε | θα αναρχείστε / θα αναρχηθείτε | θα αναρχηθούν / θα αναρχηθούνε / θα αναρχούνται |
| Παρακείμενος | έχω αναρχηθεί | έχεις αναρχηθεί | έχει αναρχηθεί | έχουμε αναρχηθεί | έχετε αναρχηθεί | έχουν αναρχηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναρχηθεί | είχες αναρχηθεί | είχε αναρχηθεί | είχαμε αναρχηθεί | είχατε αναρχηθεί | είχαν αναρχηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αναρχηθεί / να αναρχηθώ / να αναρχούμαι | να έχεις αναρχηθεί / να αναρχείσαι / να αναρχηθείς | να έχει αναρχηθεί / να αναρχείται / να αναρχηθεί | να έχουμε αναρχηθεί / να αναρχηθούμε / να αναρχούμαστε | να έχετε αναρχηθεί / να αναρχείστε / να αναρχηθείτε | να έχουν αναρχηθεί / να αναρχηθούν / να αναρχηθούνε / να αναρχούνται |
| Προστακτική | — | αναρχήσου | — | — | αναρχείστε / αναρχηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →