ανασκαλώνω
•
- σκαρφαλώνω, αναρριχώμαι Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ανεσκαλώνω
Ετυμολογία
ανασκαλώνω < ανα- + σκαλώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανασκαλώνω | ανασκαλώνεις | ανασκαλώνει | ανασκαλώνουμε | ανασκαλώνετε | ανασκαλώνουν / ανασκαλώνουνε |
| Παρατατικός | ανασκάλωνα | ανασκάλωνες | ανασκάλωνε | ανασκαλώναμε | ανασκαλώνατε | ανασκάλωναν / ανασκαλώναν / ανασκαλώνανε |
| Αόριστος | ανασκάλωσα | ανασκάλωσες | ανασκάλωσε | ανασκαλώσαμε | ανασκαλώσατε | ανασκάλωσαν / ανασκαλώσαν / ανασκαλώσανε |
| Μέλλοντας | θα ανασκαλώνω / θα ανασκαλώσω | θα ανασκαλώνεις / θα ανασκαλώσεις | θα ανασκαλώνει / θα ανασκαλώσει | θα ανασκαλώνουμε / θα ανασκαλώσουμε | θα ανασκαλώνετε / θα ανασκαλώσετε | θα ανασκαλώνουν / θα ανασκαλώνουνε / θα ανασκαλώσουν / θα ανασκαλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανασκαλώσει | έχεις ανασκαλώσει | έχει ανασκαλώσει | έχουμε ανασκαλώσει | έχετε ανασκαλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανασκαλώσει | είχες ανασκαλώσει | είχε ανασκαλώσει | είχαμε ανασκαλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανασκαλώσει / να ανασκαλώνω / να ανασκαλώσω | να έχεις ανασκαλώσει / να ανασκαλώνεις / να ανασκαλώσεις | να έχει ανασκαλώσει / να ανασκαλώνει / να ανασκαλώσει | να έχουμε ανασκαλώσει / να ανασκαλώνουμε / να ανασκαλώσουμε | να έχετε ανασκαλώσει / να ανασκαλώνετε / να ανασκαλώσετε | να ανασκαλώνουν / να ανασκαλώνουνε / να ανασκαλώσουν / να ανασκαλώσουνε |
| Προστακτική | — | ανασκάλωνε / ανασκάλωσε | — | — | ανασκαλώνετε / ανασκαλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →