σκαλώνω
•
- πιάνομαι σε κάτι (που προεξέχει) και εμποδίζομαι Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυναντώ εμπόδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκαλώνω < μεσαιωνική ελληνική * σκαλώνω < (ελληνιστική κοινή) < λατινική scala < scando < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *skend- (πηδώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκαλώνω | σκαλώνεις | σκαλώνει | σκαλώνουμε | σκαλώνετε | σκαλώνουν / σκαλώνουνε |
| Παρατατικός | σκάλωνα | σκάλωνες | σκάλωνε | σκαλώναμε | σκαλώνατε | σκάλωναν / σκαλώναν / σκαλώνανε |
| Αόριστος | σκάλωσα | σκάλωσες | σκάλωσε | σκαλώσαμε | σκαλώσατε | σκάλωσαν / σκαλώσαν / σκαλώσανε |
| Μέλλοντας | θα σκαλώνω / θα σκαλώσω | θα σκαλώνεις / θα σκαλώσεις | θα σκαλώνει / θα σκαλώσει | θα σκαλώνουμε / θα σκαλώσουμε | θα σκαλώνετε / θα σκαλώσετε | θα σκαλώνουν / θα σκαλώνουνε / θα σκαλώσουν / θα σκαλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκαλώσει | έχεις σκαλώσει | έχει σκαλώσει | έχουμε σκαλώσει | έχετε σκαλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκαλώσει | είχες σκαλώσει | είχε σκαλώσει | είχαμε σκαλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκαλώσει / να σκαλώνω / να σκαλώσω | να έχεις σκαλώσει / να σκαλώνεις / να σκαλώσεις | να έχει σκαλώσει / να σκαλώνει / να σκαλώσει | να έχουμε σκαλώσει / να σκαλώνουμε / να σκαλώσουμε | να έχετε σκαλώσει / να σκαλώνετε / να σκαλώσετε | να σκαλώνουν / να σκαλώνουνε / να σκαλώσουν / να σκαλώσουνε |
| Προστακτική | — | σκάλωνε / σκάλωσε | — | — | σκαλώνετε / σκαλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →