Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανασκελώνομαι

ρήμα
•
  1. παρωχημένομε ρίχνουν και πέφτω ανάσκελα, βρίσκομαι σε ύπτια θέση Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοπέφτω μόνος μου ή ξαπλώνω ανάσκελα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανασκελώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ανασκελώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀνασκελώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανασκελώνομαιανασκελώνεσαιανασκελώνεταιανασκελωνόμαστεανασκελώνεστεανασκελώνονται
Παρατατικόςανασκελωνόμουν / ανασκελωνόμουναανασκελωνόσουν / ανασκελωνόσουναανασκελωνόταν / ανασκελωνότανεανασκελωνόμασταν / ανασκελωνόμαστεανασκελωνόσασταν / ανασκελωνόσαστεανασκελωνόντουσαν / ανασκελώνονταν
Αόριστοςανασκελώθηκαανασκελώθηκεςανασκελώθηκεανασκελωθήκαμεανασκελωθήκατεανασκελωθήκαν / ανασκελωθήκανε / ανασκελώθηκαν
Μέλλονταςθα ανασκελωθώ / θα ανασκελώνομαιθα ανασκελωθείς / θα ανασκελώνεσαιθα ανασκελωθεί / θα ανασκελώνεταιθα ανασκελωθούμε / θα ανασκελωνόμαστεθα ανασκελωθείτε / θα ανασκελώνεστεθα ανασκελωθούν / θα ανασκελωθούνε / θα ανασκελώνονται
Παρακείμενοςέχω ανασκελωθείέχεις ανασκελωθείέχει ανασκελωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ανασκελωθείείχες ανασκελωθείείχε ανασκελωθεί———
Υποτακτικήνα έχω ανασκελωθεί / να ανασκελωθώ / να ανασκελώνομαινα έχεις ανασκελωθεί / να ανασκελωθείς / να ανασκελώνεσαινα έχει ανασκελωθεί / να ανασκελωθεί / να ανασκελώνεταινα ανασκελωθούμε / να ανασκελωνόμαστενα ανασκελωθείτε / να ανασκελώνεστενα ανασκελωθούν / να ανασκελωθούνε / να ανασκελώνονται
Προστακτική—ανασκελώνου / ανασκελώσου——ανασκελωθείτε / ανασκελώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →