ανασκελώνομαι
•
- παρωχημένομε ρίχνουν και πέφτω ανάσκελα, βρίσκομαι σε ύπτια θέση Βικιλεξικό
- παρωχημένοπέφτω μόνος μου ή ξαπλώνω ανάσκελα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανασκελώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ανασκελώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀνασκελώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανασκελώνομαι | ανασκελώνεσαι | ανασκελώνεται | ανασκελωνόμαστε | ανασκελώνεστε | ανασκελώνονται |
| Παρατατικός | ανασκελωνόμουν / ανασκελωνόμουνα | ανασκελωνόσουν / ανασκελωνόσουνα | ανασκελωνόταν / ανασκελωνότανε | ανασκελωνόμασταν / ανασκελωνόμαστε | ανασκελωνόσασταν / ανασκελωνόσαστε | ανασκελωνόντουσαν / ανασκελώνονταν |
| Αόριστος | ανασκελώθηκα | ανασκελώθηκες | ανασκελώθηκε | ανασκελωθήκαμε | ανασκελωθήκατε | ανασκελωθήκαν / ανασκελωθήκανε / ανασκελώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα ανασκελωθώ / θα ανασκελώνομαι | θα ανασκελωθείς / θα ανασκελώνεσαι | θα ανασκελωθεί / θα ανασκελώνεται | θα ανασκελωθούμε / θα ανασκελωνόμαστε | θα ανασκελωθείτε / θα ανασκελώνεστε | θα ανασκελωθούν / θα ανασκελωθούνε / θα ανασκελώνονται |
| Παρακείμενος | έχω ανασκελωθεί | έχεις ανασκελωθεί | έχει ανασκελωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανασκελωθεί | είχες ανασκελωθεί | είχε ανασκελωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανασκελωθεί / να ανασκελωθώ / να ανασκελώνομαι | να έχεις ανασκελωθεί / να ανασκελωθείς / να ανασκελώνεσαι | να έχει ανασκελωθεί / να ανασκελωθεί / να ανασκελώνεται | να ανασκελωθούμε / να ανασκελωνόμαστε | να ανασκελωθείτε / να ανασκελώνεστε | να ανασκελωθούν / να ανασκελωθούνε / να ανασκελώνονται |
| Προστακτική | — | ανασκελώνου / ανασκελώσου | — | — | ανασκελωθείτε / ανασκελώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →