Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναστήλωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού αναστηλώνω Βικιλεξικό
    • Δίπλα, συνεχίζονται οι εργασίες αναστήλωσης του Παρθενώνα. Προς στιγμήν ξεχνιέμαι. Με συνεπαίρνει η υψηλή ποιότητα της αναστήλωσης, διακρίνω τα νέα κομμάτια του λευκού μαρμάρου που συμπληρώνουν τόσο περίτεχνα τα σπόλια που χάθηκαν και τώρα ξαναβρίσκουν τη θέση τους πάνω στους κίονες, στα επιστήλια, στα γείσα. (www.efsyn.gr, 12.04.2021)
  2. θρησκείαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού αναστηλώνω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα τού αναστηλώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναστήλωση < ελληνιστική κοινή ἀναστήλωσις < ἀνά + αρχαία ελληνική στήλη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναστήλωσηαναστηλώσεις
Γενικήαναστήλωσηςαναστηλώσεων
Αιτιατικήαναστήλωσηαναστηλώσεις
Κλητικήαναστήλωσηαναστηλώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →