αναστηλώνω
•
- αποκαθιστώ ένα αξιόλογο κτίσμα (μνημείο) στην αρχική του μορφή, ανακαινίζω Βικιλεξικό
- έκτοτε ο ναός αναστηλώθηκε πολλές φορές, αλλά...
- επαναφέρω τις εικόνες στην εκκλησία (στην εποχή της εικονομαχίας) Βικιλεξικό
- Όταν οι εικόνες αναστηλώθηκαν η αυλή του Βυζαντίου προκάλεσε ρήξη τόσο με τους υπηκόοους της σημερινής Μέσης Ανατολής, όσο και με τον Πάπα
- παθητική φωνήανακτώ τις σωματικές δυνάμεις μου Βικιλεξικό
- ενθαρρύνω, εμψυχώνω (και παθητικό: ανασκουμπώνομαι, ξαναβρίσκω το σθένος μου) Βικιλεξικό
- αναστηλώθηκε ο καπιταλισμός
Ετυμολογία
αναστηλώνω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀναστηλώνω (αναπαριστώ τιμητικά) < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναστηλόω-ἀναστηλῶ (βάζω πάνω σε κολόνα ως μνημείο) < ἀνά + στηλόω (στήνω, αφιερώνω μνημείο, τάμα) < στήλη. Διαφορετικό το αναστυλώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναστηλώνω | αναστηλώνεις | αναστηλώνει | αναστηλώνουμε | αναστηλώνετε | αναστηλώνουν / αναστηλώνουνε |
| Παρατατικός | αναστήλωνα | αναστήλωνες | αναστήλωνε | αναστηλώναμε | αναστηλώνατε | αναστήλωναν / αναστηλώναν / αναστηλώνανε |
| Αόριστος | αναστήλωσα | αναστήλωσες | αναστήλωσε | αναστηλώσαμε | αναστηλώσατε | αναστήλωσαν / αναστηλώσαν / αναστηλώσανε |
| Μέλλοντας | θα αναστηλώνω / θα αναστηλώσω | θα αναστηλώνεις / θα αναστηλώσεις | θα αναστηλώνει / θα αναστηλώσει | θα αναστηλώνουμε / θα αναστηλώσουμε | θα αναστηλώνετε / θα αναστηλώσετε | θα αναστηλώνουν / θα αναστηλώνουνε / θα αναστηλώσουν / θα αναστηλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναστηλώσει | έχεις αναστηλώσει | έχει αναστηλώσει | έχουμε αναστηλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναστηλώσει | είχες αναστηλώσει | είχε αναστηλώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναστηλώσει / να αναστηλώνω / να αναστηλώσω | να έχεις αναστηλώσει / να αναστηλώνεις / να αναστηλώσεις | να έχει αναστηλώσει / να αναστηλώνει / να αναστηλώσει | να έχουμε αναστηλώσει / να αναστηλώνουμε / να αναστηλώσουμε | να αναστηλώνετε / να αναστηλώσετε | να αναστηλώνουν / να αναστηλώνουνε / να αναστηλώσουν / να αναστηλώσουνε |
| Προστακτική | — | αναστήλωνε / αναστήλωσε | — | — | αναστηλώνετε / αναστηλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναστηλώθηκααναστηλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →