Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανασυγκρότηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκ νέου συγκρότηση, ανασύνταξη (π.χ. δυνάμεων ή ενός φορέα), αναδόμηση, ανανέωση, ανασύνθεση Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήdefragmentation: η μετακίνηση των τμημάτων κάθε αρχείου σε συνεχόμενους τομείς του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένα με σκοπό τη γρηγορότερη προσπέλασή τους Βικιλεξικό
    • Στους δίσκους HDD είναι επιθυμητό να έχουμε κάνει ανασυγκρότηση δίσκου, ώστε να μην έχει αρχεία και κομμάτια αρχείων σκόρπια στην επιφάνειά του

Ετυμολογία

ανασυγκρότηση < (καθαρεύουσα) ἀνασυγκρότησις < ανασυγκροτώ < ανά + συγκροτώ < αρχαία ελληνική συγκροτέω / συγκροτῶ < κροτέω / κροτῶ < κρότος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική reconstruction)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανασυγκρότησηανασυγκροτήσεις
Γενικήανασυγκρότησηςανασυγκροτήσεων
Αιτιατικήανασυγκρότησηανασυγκροτήσεις
Κλητικήανασυγκρότησηανασυγκροτήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →