ανατέλλω
•
- ξεπροβάλλω από τον ορίζοντα, αναδύομαι Βικιλεξικό
- ανατέλλει ο Ήλιος.
- στὴν πρώτη ἀχτίδα τοῦ ζεστοῦ τοῦ ἥλιου ὅπ᾿ ἀνατέλλει (Κ. Κρυστάλλης, 1890, "Ο Τρύγος")
- μεταφορικάαναδύομαι στην επιφάνεια και φέρνω αισιοδοξία Βικιλεξικό
- ανέτειλε ένας νέος κόσμος, νέα ελπίδα, ένα χαμόγελο στο πρόσωπο
Ετυμολογία
ανατέλλω < αρχαία ελληνική ἀνατέλλω
Άλλοι τύποι
ανέτειλαανέτελλαανατέλλονταςανατέλλωνανατείλαςανατείλω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →