ανατοποθέτηση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανατοποθετώ Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανατοποθετώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανατοποθετώ Βικιλεξικό
- οικονομίαη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανατοποθετώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατοποθέτηση < ανατοποθετώ + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε ανα- + τοποθέτηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανατοποθέτηση | ανατοποθετήσεις |
| Γενική | ανατοποθέτησης | ανατοποθετήσεων |
| Αιτιατική | ανατοποθέτηση | ανατοποθετήσεις |
| Κλητική | ανατοποθέτηση | ανατοποθετήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →