ανατοποθετώ
•
- τοποθετώ πίσω, στην αρχική του θέση Βικιλεξικό
- αναδιοργανώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυζητώ ή εξετάζω κάποιο ζήτημα από νέα βάση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατοποθετώ < ανα- + τοποθετώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανατοποθετώ | ανατοποθετείς | ανατοποθετεί | ανατοποθετούμε | ανατοποθετείτε | ανατοποθετούν / ανατοποθετούνε |
| Παρατατικός | ανατοποθετούσα | ανατοποθετούσες | ανατοποθετούσε | ανατοποθετούσαμε | ανατοποθετούσατε | ανατοποθετούσαν / ανατοποθετούσανε |
| Αόριστος | ανατοποθέτησα | ανατοποθέτησες | ανατοποθέτησε | ανατοποθετήσαμε | ανατοποθετήσατε | ανατοποθέτησαν / ανατοποθετήσαν / ανατοποθετήσανε |
| Μέλλοντας | θα ανατοποθετήσω / θα ανατοποθετώ | θα ανατοποθετήσεις / θα ανατοποθετείς | θα ανατοποθετήσει / θα ανατοποθετεί | θα ανατοποθετήσουμε / θα ανατοποθετούμε | θα ανατοποθετήσετε / θα ανατοποθετείτε | θα ανατοποθετήσουν / θα ανατοποθετήσουνε / θα ανατοποθετούν / θα ανατοποθετούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανατοποθετήσει | έχεις ανατοποθετήσει | έχει ανατοποθετήσει | έχουμε ανατοποθετήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανατοποθετήσει | είχες ανατοποθετήσει | είχε ανατοποθετήσει | είχαμε ανατοποθετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανατοποθετήσει / να ανατοποθετήσω / να ανατοποθετώ | να έχεις ανατοποθετήσει / να ανατοποθετήσεις / να ανατοποθετείς | να έχει ανατοποθετήσει / να ανατοποθετήσει / να ανατοποθετεί | να έχουμε ανατοποθετήσει / να ανατοποθετήσουμε / να ανατοποθετούμε | να ανατοποθετήσετε / να ανατοποθετείτε | να ανατοποθετήσουν / να ανατοποθετήσουνε / να ανατοποθετούν / να ανατοποθετούνε |
| Προστακτική | — | ανατοποθέτησε | — | — | ανατοποθετήστε / ανατοποθετείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανατοποθετήθηκαανατοποθετούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →