Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανατοποθετώ

/a.na.to.po.θeˈto/ρήμα
•
  1. τοποθετώ πίσω, στην αρχική του θέση Βικιλεξικό
  2. αναδιοργανώνω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάσυζητώ ή εξετάζω κάποιο ζήτημα από νέα βάση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανατοποθετώ < ανα- + τοποθετώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανατοποθετώανατοποθετείςανατοποθετείανατοποθετούμεανατοποθετείτεανατοποθετούν / ανατοποθετούνε
Παρατατικόςανατοποθετούσαανατοποθετούσεςανατοποθετούσεανατοποθετούσαμεανατοποθετούσατεανατοποθετούσαν / ανατοποθετούσανε
Αόριστοςανατοποθέτησαανατοποθέτησεςανατοποθέτησεανατοποθετήσαμεανατοποθετήσατεανατοποθέτησαν / ανατοποθετήσαν / ανατοποθετήσανε
Μέλλονταςθα ανατοποθετήσω / θα ανατοποθετώθα ανατοποθετήσεις / θα ανατοποθετείςθα ανατοποθετήσει / θα ανατοποθετείθα ανατοποθετήσουμε / θα ανατοποθετούμεθα ανατοποθετήσετε / θα ανατοποθετείτεθα ανατοποθετήσουν / θα ανατοποθετήσουνε / θα ανατοποθετούν / θα ανατοποθετούνε
Παρακείμενοςέχω ανατοποθετήσειέχεις ανατοποθετήσειέχει ανατοποθετήσειέχουμε ανατοποθετήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ανατοποθετήσειείχες ανατοποθετήσειείχε ανατοποθετήσειείχαμε ανατοποθετήσει——
Υποτακτικήνα έχω ανατοποθετήσει / να ανατοποθετήσω / να ανατοποθετώνα έχεις ανατοποθετήσει / να ανατοποθετήσεις / να ανατοποθετείςνα έχει ανατοποθετήσει / να ανατοποθετήσει / να ανατοποθετείνα έχουμε ανατοποθετήσει / να ανατοποθετήσουμε / να ανατοποθετούμενα ανατοποθετήσετε / να ανατοποθετείτενα ανατοποθετήσουν / να ανατοποθετήσουνε / να ανατοποθετούν / να ανατοποθετούνε
Προστακτική—ανατοποθέτησε——ανατοποθετήστε / ανατοποθετείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ανατοποθετήθηκαανατοποθετούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →