Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανατρεπτικός

/a.na.tɾe.ptiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολιτικήπου κάνει κάτι να μην ισχύει Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου κάνει κάτι να μην ισχύει Βικιλεξικό
    • Με τον ευρηματικό και ανατρεπτικό του στίχο ο Διονύσης Σαββόπουλος έγινε φωνή και καθρέφτης του νεοέλληνα. (Η Ελλάδα αποχαιρετά τον «Νιόνιο» της: Μεγάλη θλίψη και σεβασμός στο τεράστιο έργο του – Το Σάββατο το τελευταίο αντίο, ertnews.gr, 22/10/25 https://www.ertnews.gr/eidiseis/politismos/i-ellada-apoxaireta-ton-nionio-tis-megali-thlipsi-kai-sevasmos-sto-terastio-ergo-tou-to-savvato-to-teleytaio-antio/)
  3. νομικός όροςπου κάνει κάτι να μην ισχύει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανατρεπτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνατρεπτικός (που αναποδογυρίζει) : για την πολιτική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική subversif

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανατρεπτικόςανατρεπτικήανατρεπτικό
Γενικήανατρεπτικούανατρεπτικήςανατρεπτικού
Αιτιατικήανατρεπτικόανατρεπτικήανατρεπτικό
Κλητικήανατρεπτικέανατρεπτικήανατρεπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανατρεπτικοίανατρεπτικέςανατρεπτικά
Γενικήανατρεπτικώνανατρεπτικώνανατρεπτικών
Αιτιατικήανατρεπτικούςανατρεπτικέςανατρεπτικά
Κλητικήανατρεπτικοίανατρεπτικέςανατρεπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →