ανατρεπτικός
•
- πολιτικήπου κάνει κάτι να μην ισχύει Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου κάνει κάτι να μην ισχύει Βικιλεξικό
- Με τον ευρηματικό και ανατρεπτικό του στίχο ο Διονύσης Σαββόπουλος έγινε φωνή και καθρέφτης του νεοέλληνα. (Η Ελλάδα αποχαιρετά τον «Νιόνιο» της: Μεγάλη θλίψη και σεβασμός στο τεράστιο έργο του – Το Σάββατο το τελευταίο αντίο, ertnews.gr, 22/10/25 https://www.ertnews.gr/eidiseis/politismos/i-ellada-apoxaireta-ton-nionio-tis-megali-thlipsi-kai-sevasmos-sto-terastio-ergo-tou-to-savvato-to-teleytaio-antio/)
- νομικός όροςπου κάνει κάτι να μην ισχύει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατρεπτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνατρεπτικός (που αναποδογυρίζει) : για την πολιτική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική subversif
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανατρεπτικός | ανατρεπτική | ανατρεπτικό |
| Γενική | ανατρεπτικού | ανατρεπτικής | ανατρεπτικού |
| Αιτιατική | ανατρεπτικό | ανατρεπτική | ανατρεπτικό |
| Κλητική | ανατρεπτικέ | ανατρεπτική | ανατρεπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανατρεπτικοί | ανατρεπτικές | ανατρεπτικά |
| Γενική | ανατρεπτικών | ανατρεπτικών | ανατρεπτικών |
| Αιτιατική | ανατρεπτικούς | ανατρεπτικές | ανατρεπτικά |
| Κλητική | ανατρεπτικοί | ανατρεπτικές | ανατρεπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →