Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανατροφοδοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανατροφοδότηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανατροφοδοτικός < ανατροφοδότηση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανατροφοδοτικόςανατροφοδοτικήανατροφοδοτικό
Γενικήανατροφοδοτικούανατροφοδοτικήςανατροφοδοτικού
Αιτιατικήανατροφοδοτικόανατροφοδοτικήανατροφοδοτικό
Κλητικήανατροφοδοτικέανατροφοδοτικήανατροφοδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανατροφοδοτικοίανατροφοδοτικέςανατροφοδοτικά
Γενικήανατροφοδοτικώνανατροφοδοτικώνανατροφοδοτικών
Αιτιατικήανατροφοδοτικούςανατροφοδοτικέςανατροφοδοτικά
Κλητικήανατροφοδοτικοίανατροφοδοτικέςανατροφοδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →