ανατροφοδοτικός
•
- που έχει σχέση με την ανατροφοδότηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατροφοδοτικός < ανατροφοδότηση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανατροφοδοτικός | ανατροφοδοτική | ανατροφοδοτικό |
| Γενική | ανατροφοδοτικού | ανατροφοδοτικής | ανατροφοδοτικού |
| Αιτιατική | ανατροφοδοτικό | ανατροφοδοτική | ανατροφοδοτικό |
| Κλητική | ανατροφοδοτικέ | ανατροφοδοτική | ανατροφοδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανατροφοδοτικοί | ανατροφοδοτικές | ανατροφοδοτικά |
| Γενική | ανατροφοδοτικών | ανατροφοδοτικών | ανατροφοδοτικών |
| Αιτιατική | ανατροφοδοτικούς | ανατροφοδοτικές | ανατροφοδοτικά |
| Κλητική | ανατροφοδοτικοί | ανατροφοδοτικές | ανατροφοδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →