ανατροφοδοτώ
•
- τροφοδοτώ ξανά, πάλι, εκ νέου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατροφοδοτώ < ανα- + τροφοδοτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανατροφοδοτώ | ανατροφοδοτείς | ανατροφοδοτεί | ανατροφοδοτούμε | ανατροφοδοτείτε | ανατροφοδοτούν / ανατροφοδοτούνε |
| Παρατατικός | ανατροφοδοτούσα | ανατροφοδοτούσες | ανατροφοδοτούσε | ανατροφοδοτούσαμε | ανατροφοδοτούσατε | ανατροφοδοτούσαν / ανατροφοδοτούσανε |
| Αόριστος | ανατροφοδότησα | ανατροφοδότησες | ανατροφοδότησε | ανατροφοδοτήσαμε | ανατροφοδοτήσατε | ανατροφοδοτήσαν / ανατροφοδοτήσανε / ανατροφοδότησαν |
| Μέλλοντας | θα ανατροφοδοτήσω / θα ανατροφοδοτώ | θα ανατροφοδοτήσεις / θα ανατροφοδοτείς | θα ανατροφοδοτήσει / θα ανατροφοδοτεί | θα ανατροφοδοτήσουμε / θα ανατροφοδοτούμε | θα ανατροφοδοτήσετε / θα ανατροφοδοτείτε | θα ανατροφοδοτήσουν / θα ανατροφοδοτήσουνε / θα ανατροφοδοτούν / θα ανατροφοδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανατροφοδοτήσει | έχεις ανατροφοδοτήσει | έχει ανατροφοδοτήσει | έχουμε ανατροφοδοτήσει | έχετε ανατροφοδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανατροφοδοτήσει | είχες ανατροφοδοτήσει | είχε ανατροφοδοτήσει | είχαμε ανατροφοδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανατροφοδοτήσει / να ανατροφοδοτήσω / να ανατροφοδοτώ | να έχεις ανατροφοδοτήσει / να ανατροφοδοτήσεις / να ανατροφοδοτείς | να έχει ανατροφοδοτήσει / να ανατροφοδοτήσει / να ανατροφοδοτεί | να έχουμε ανατροφοδοτήσει / να ανατροφοδοτήσουμε / να ανατροφοδοτούμε | να έχετε ανατροφοδοτήσει / να ανατροφοδοτήσετε / να ανατροφοδοτείτε | να ανατροφοδοτήσουν / να ανατροφοδοτήσουνε / να ανατροφοδοτούν / να ανατροφοδοτούνε |
| Προστακτική | — | ανατροφοδότει / ανατροφοδότησε | — | — | ανατροφοδοτήστε / ανατροφοδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →