αναφλεκτικός
•
- που έχει σχέση με την ανάφλεξη, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναφλεκτικός < αναφλέγω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναφλεκτικός | αναφλεκτική | αναφλεκτικό |
| Γενική | αναφλεκτικού | αναφλεκτικής | αναφλεκτικού |
| Αιτιατική | αναφλεκτικό | αναφλεκτική | αναφλεκτικό |
| Κλητική | αναφλεκτικέ | αναφλεκτική | αναφλεκτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναφλεκτικοί | αναφλεκτικές | αναφλεκτικά |
| Γενική | αναφλεκτικών | αναφλεκτικών | αναφλεκτικών |
| Αιτιατική | αναφλεκτικούς | αναφλεκτικές | αναφλεκτικά |
| Κλητική | αναφλεκτικοί | αναφλεκτικές | αναφλεκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →