Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναφλεκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανάφλεξη, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναφλεκτικός < αναφλέγω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναφλεκτικόςαναφλεκτικήαναφλεκτικό
Γενικήαναφλεκτικούαναφλεκτικήςαναφλεκτικού
Αιτιατικήαναφλεκτικόαναφλεκτικήαναφλεκτικό
Κλητικήαναφλεκτικέαναφλεκτικήαναφλεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναφλεκτικοίαναφλεκτικέςαναφλεκτικά
Γενικήαναφλεκτικώναναφλεκτικώναναφλεκτικών
Αιτιατικήαναφλεκτικούςαναφλεκτικέςαναφλεκτικά
Κλητικήαναφλεκτικοίαναφλεκτικέςαναφλεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →