αναφλέγω
•
- βάζω φωτιά σε κάτι, πυροδοτώ, προκαλώ ανάφλεξη, μεταδίδω τη φωτιά, καίω Βικιλεξικό
- Λιωμένο αλουμίνιο από το κλιματιστικό ανέφλεξε χαρτιά στο δάπεδο της αποθήκης
- Το αερόπλοιο Χίντεμπουργκ «γειώθηκε» και ο στατικός ηλεκτρισμός προκάλεσε τον σπινθήρα που ανέφλεξε το υδρογόνο και …
Ετυμολογία
αναφλέγω < αρχαία ελληνική ἀναφλέγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναφλέγω | αναφλέγεις | αναφλέγει | αναφλέγουμε | αναφλέγετε | αναφλέγουν / αναφλέγουνε |
| Παρατατικός | ανέφλεγα | ανέφλεγες | ανέφλεγε | αναφλέγαμε | αναφλέγατε | ανέφλεγαν / αναφλέγαν / αναφλέγανε |
| Αόριστος | ανέφλεξα | ανέφλεξες | ανέφλεξε | αναφλέξαμε | αναφλέξατε | ανέφλεξαν / αναφλέξαν / αναφλέξανε |
| Μέλλοντας | θα αναφλέγω / θα αναφλέξω | θα αναφλέγεις / θα αναφλέξεις | θα αναφλέγει / θα αναφλέξει | θα αναφλέγουμε / θα αναφλέξουμε | θα αναφλέγετε / θα αναφλέξετε | θα αναφλέγουν / θα αναφλέγουνε / θα αναφλέξουν / θα αναφλέξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναφλέξει | έχεις αναφλέξει | έχει αναφλέξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναφλέξει | είχες αναφλέξει | είχε αναφλέξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναφλέξει / να αναφλέγω / να αναφλέξω | να έχεις αναφλέξει / να αναφλέγεις / να αναφλέξεις | να έχει αναφλέξει / να αναφλέγει / να αναφλέξει | να αναφλέγουμε / να αναφλέξουμε | να αναφλέγετε / να αναφλέξετε | να αναφλέγουν / να αναφλέγουνε / να αναφλέξουν / να αναφλέξουνε |
| Προστακτική | — | έχε αναφλεγμένο / ανάφλεγε / ανάφλεξε | — | — | αναφλέγετε / αναφλέξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →