αναχαίτιση
•
- το σταμάτημα επιθετικής ενέργειας του εισβολέα, η απόκρουση Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ανακοπή της αύξησης Βικιλεξικό
- λαμβάνονται μέτρα για την αναχαίτιση της πανδημίας
Ετυμολογία
αναχαίτιση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναχαίτισις < αρχαία ελληνική ἀναχαιτίζω < ἀνά + χαίτη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gait- (μαλλιά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναχαίτιση | αναχαιτίσεις |
| Γενική | αναχαίτισης | αναχαιτίσεων |
| Αιτιατική | αναχαίτιση | αναχαιτίσεις |
| Κλητική | αναχαίτιση | αναχαιτίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →