αναχαιτίζω
•
- αποκρούω μια επίθεση και αναγκάζω τον επιτιθέμενο να οπισθοχωρήσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάσταματάω μια ανοδική πορεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναχαιτίζω < αρχαία ελληνική ἀναχαιτίζω < ἀνά + χαίτη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναχαιτίζω | αναχαιτίζεις | αναχαιτίζει | αναχαιτίζουμε | αναχαιτίζετε | αναχαιτίζουν / αναχαιτίζουνε |
| Παρατατικός | αναχαίτιζα | αναχαίτιζες | αναχαίτιζε | αναχαιτίζαμε | αναχαιτίζατε | αναχαίτιζαν / αναχαιτίζαν / αναχαιτίζανε |
| Αόριστος | αναχαίτισα | αναχαίτισες | αναχαίτισε | αναχαιτίσαμε | αναχαιτίσατε | αναχαίτισαν / αναχαιτίσαν / αναχαιτίσανε |
| Μέλλοντας | θα αναχαιτίζω / θα αναχαιτίσω | θα αναχαιτίζεις / θα αναχαιτίσεις | θα αναχαιτίζει / θα αναχαιτίσει | θα αναχαιτίζουμε / θα αναχαιτίσουμε | θα αναχαιτίζετε / θα αναχαιτίσετε | θα αναχαιτίζουν / θα αναχαιτίζουνε / θα αναχαιτίσουν / θα αναχαιτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναχαιτίσει | έχεις αναχαιτίσει | έχει αναχαιτίσει | έχουμε αναχαιτίσει | έχετε αναχαιτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναχαιτίσει | είχες αναχαιτίσει | είχε αναχαιτίσει | είχαμε αναχαιτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναχαιτίσει / να αναχαιτίζω / να αναχαιτίσω | να έχεις αναχαιτίσει / να αναχαιτίζεις / να αναχαιτίσεις | να έχει αναχαιτίσει / να αναχαιτίζει / να αναχαιτίσει | να έχουμε αναχαιτίσει / να αναχαιτίζουμε / να αναχαιτίσουμε | να έχετε αναχαιτίσει / να αναχαιτίζετε / να αναχαιτίσετε | να αναχαιτίζουν / να αναχαιτίζουνε / να αναχαιτίσουν / να αναχαιτίσουνε |
| Προστακτική | — | αναχαίτιζε / αναχαίτισε | — | — | αναχαιτίζετε / αναχαιτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →