αναχρονίζω
•
- κάνω λάθος στη χρονολόγηση γεγονότων, κάνω αναχρονισμούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναχρονίζω < ελληνιστική κοινή ἀναχρονίζω / ἀναχρονίζομαι < αρχαία ελληνική χρονίζω < χρόνος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναχρονίζω | αναχρονίζεις | αναχρονίζει | αναχρονίζουμε | αναχρονίζετε | αναχρονίζουν / αναχρονίζουνε |
| Παρατατικός | αναχρόνιζα | αναχρόνιζες | αναχρόνιζε | αναχρονίζαμε | αναχρονίζατε | αναχρονίζαν / αναχρονίζανε / αναχρόνιζαν |
| Αόριστος | αναχρόνισα | αναχρόνισες | αναχρόνισε | αναχρονίσαμε | αναχρονίσατε | αναχρονίσαν / αναχρονίσανε / αναχρόνισαν |
| Μέλλοντας | θα αναχρονίζω / θα αναχρονίσω | θα αναχρονίζεις / θα αναχρονίσεις | θα αναχρονίζει / θα αναχρονίσει | θα αναχρονίζουμε / θα αναχρονίσουμε | θα αναχρονίζετε / θα αναχρονίσετε | θα αναχρονίζουν / θα αναχρονίζουνε / θα αναχρονίσουν / θα αναχρονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναχρονίσει | έχεις αναχρονίσει | έχει αναχρονίσει | έχουμε αναχρονίσει | έχετε αναχρονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναχρονίσει | είχες αναχρονίσει | είχε αναχρονίσει | είχαμε αναχρονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναχρονίσει / να αναχρονίζω / να αναχρονίσω | να έχεις αναχρονίσει / να αναχρονίζεις / να αναχρονίσεις | να έχει αναχρονίσει / να αναχρονίζει / να αναχρονίσει | να έχουμε αναχρονίσει / να αναχρονίζουμε / να αναχρονίσουμε | να έχετε αναχρονίσει / να αναχρονίζετε / να αναχρονίσετε | να αναχρονίζουν / να αναχρονίζουνε / να αναχρονίσουν / να αναχρονίσουνε |
| Προστακτική | — | αναχρόνιζε / αναχρόνισε | — | — | αναχρονίζετε / αναχρονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →