Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναχρονισμός

/a.na.xɾo.niˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνικόη μεταφορά ενός πολιτισμικού στοιχείου που χαρακτηρίζει μια ιστορική περίοδο σε αφήγηση που αναφέρεται σε μιαν άλλη εποχή Βικιλεξικό
    • Η αναφορά στο σίδηρο σε διάφορα σημεία της Ιλιάδας αποτελεί έναν αναχρονισμό, εφόσον ο σίδηρος ήταν γνωστός στην εποχή που συντέθηκε το έπος, όχι όμως και στη μυκηναϊκή εποχή, στην οποία αναφέρεται.
  2. η διατήρηση ή επαναφορά στη χρήση ενός στοιχείου που θεωρείται πια ξεπερασμένο Βικιλεξικό
    • Η θανατική ποινή για πολλούς αποτελεί έναν απαράδεκτο αναχρονισμό.
    • 1931 - ΤΑΦ ΚΑΠΑ [ανώνυμος, γλώσσα δημοτική], «Της ζωής νταλαβέρι», εφημερίδα Ταχυδρόμος, αρ. φύλλου 1846, Μυτιλήνη, 19/1/1931 pdf, σελ.1
    • Ἔχουμε Θρησκεία. Κεράκια, εἰκόνες, λιβανίσματα, σταυροκοπήματα, μετανίσματα ἁπλὰ, μετανίσματα μὲ ουρά. Δογματισμός, στείρωση πνευματικὴ, ἀναχρονισμὸς, μεγαλορημοσύνη, διδασκαλία «ἀπ' ἄμβωνος», ὑποκρισία (καμιὰ φορά). Παπαδισμός. (εφημ. Ταχυδρόμος, αρ. φύλλου 1846, Μυτιλήνη, 19//1/1931 http://dspace.cplm.gr/bitstream/handle/123456789/20995/19-11-1931.pdf?sequence=1)

Ετυμολογία

αναχρονισμός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀναχρονισμός (αναχρονισμός· αλλαγή χρόνου συλλαβών ή γραμματικού χρόνου) ή όψιμη ελληνιστική κοινή, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anachronisme. Μορφολογικά αναλύεται σε ανα- + χρονισμός με κατάληξη -ισμός. → δείτε τη λέξη χρόνος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναχρονισμόςαναχρονισμοί
Γενικήαναχρονισμούαναχρονισμών
Αιτιατικήαναχρονισμόαναχρονισμούς
Κλητικήαναχρονισμέαναχρονισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →