Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανδρειωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζεται από ανδρεία και γενναιότητα Βικιλεξικό
    • Τ' ανδρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δε λογιέται
    • τι είναι η δικιά σου η μάνα / του Δία παιδί,
    • κι η άλλη του Γέροντα της θάλασσας λογιέται

Ετυμολογία

ανδρειωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανδρειώνομαι / μεσαιωνική ελληνική ἀνδρειωμένος

Άλλοι τύποι

ανδρειωμέναανδρειωμένεανδρειωμένεςανδρειωμένηανδρειωμένηςανδρειωμένοανδρειωμένοιανδρειωμένοςανδρειωμένουανδρειωμένουςανδρειωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →