Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανδροκρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανδροκρατία ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανδροκρατικός < ανδροκρατία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανδροκρατικόςανδροκρατικήανδροκρατικό
Γενικήανδροκρατικούανδροκρατικήςανδροκρατικού
Αιτιατικήανδροκρατικόανδροκρατικήανδροκρατικό
Κλητικήανδροκρατικέανδροκρατικήανδροκρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανδροκρατικοίανδροκρατικέςανδροκρατικά
Γενικήανδροκρατικώνανδροκρατικώνανδροκρατικών
Αιτιατικήανδροκρατικούςανδροκρατικέςανδροκρατικά
Κλητικήανδροκρατικοίανδροκρατικέςανδροκρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →