ανελέητος
•
- που δεν δείχνει έλεος προς οποιονδήποτε Βικιλεξικό
- Σαΐτα ήταν ο Θανασάκης κι αν δεν έπεφτε εκεί μέσα στους Στύλους, ούτε που θα τον έπιανε. Ανελέητος ο κούτσαβος, τον γράπωσε και του 'σπασε το σβέρκο. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- Και υπάρχουν άλλες στιγμές ανάπαυλας, για να φτάσουμε σε μια ανελέητη μικροσκόπηση μιας σπουδής, όπως, π.χ., όταν η Ηλέκτρα ενδίδει φαινομενικά στην επιθυμία ενός στρατιώτη να τη βιάσει), και τον αναγκάζει, μέσα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να γδυθεί μπροστά στα μάτια της (και της κάμερας), (Ειρήνη Σταθή, Αχιλλέας Κυριακίδης, Θόδωρος Αγγελόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 95)
- που δεν τον ελέησαν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανελέητος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνελέητος < ἀν- στερητικό + ἐλεῶ + -ητος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανελέητος | ανελέητη | ανελέητο |
| Γενική | ανελέητου | ανελέητης | ανελέητου |
| Αιτιατική | ανελέητο | ανελέητη | ανελέητο |
| Κλητική | ανελέητε | ανελέητη | ανελέητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανελέητοι | ανελέητες | ανελέητα |
| Γενική | ανελέητων | ανελέητων | ανελέητων |
| Αιτιατική | ανελέητους | ανελέητες | ανελέητα |
| Κλητική | ανελέητοι | ανελέητες | ανελέητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →