ανελκυστήρας
•
- σύστημα με το οποίο επιτυγχάνεται γρήγορη μετακίνηση μεταξύ των ορόφων ενός κτηρίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανελκυστήρας < καθαρεύουσα ἀνελκυστήρ < αρχαία ελληνική ἀνελκύω + -τήρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανελκυστήρας | ανελκυστήρες |
| Γενική | ανελκυστήρα | ανελκυστήρων |
| Αιτιατική | ανελκυστήρα | ανελκυστήρες |
| Κλητική | ανελκυστήρα | ανελκυστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →