ανεξέλεγκτος
•
- που δεν μπορεί κανείς να τον ελέγξει και να τον συγκρατήσει σε κάποια όρια Βικιλεξικό
- ανεξέλεγκτη κατάσταση
- Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.
Ετυμολογία
ανεξέλεγκτος < αρχαία ελληνική ἀνεξέλεγκτος < ἀν- στερητικό + ἐξελέγχω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεξέλεγκτος | ανεξέλεγκτη | ανεξέλεγκτο |
| Γενική | ανεξέλεγκτου | ανεξέλεγκτης | ανεξέλεγκτου |
| Αιτιατική | ανεξέλεγκτο | ανεξέλεγκτη | ανεξέλεγκτο |
| Κλητική | ανεξέλεγκτε | ανεξέλεγκτη | ανεξέλεγκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεξέλεγκτοι | ανεξέλεγκτες | ανεξέλεγκτα |
| Γενική | ανεξέλεγκτων | ανεξέλεγκτων | ανεξέλεγκτων |
| Αιτιατική | ανεξέλεγκτους | ανεξέλεγκτες | ανεξέλεγκτα |
| Κλητική | ανεξέλεγκτοι | ανεξέλεγκτες | ανεξέλεγκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →