εξελέγχω
•
- λόγιοεξετάζω με σκοπό να διαπιστώσω αν κάτι είναι, γίνεται ή έγινε όπως πρέπει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξελέγχω < αρχαία ελληνική ἐξελέγχω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξελέγχω | εξελέγχεις | εξελέγχει | εξελέγχουμε | εξελέγχετε | εξελέγχουν / εξελέγχουνε |
| Παρατατικός | εξέλεγχα | εξέλεγχες | εξέλεγχε | εξελέγχαμε | εξελέγχατε | εξέλεγχαν / εξελέγχαν / εξελέγχανε |
| Αόριστος | εξέλεγξα | εξέλεγξες | εξέλεγξε | εξελέγξαμε | εξελέγξατε | εξέλεγξαν / εξελέγξαν / εξελέγξανε |
| Μέλλοντας | θα εξελέγξω / θα εξελέγχω | θα εξελέγξεις / θα εξελέγχεις | θα εξελέγξει / θα εξελέγχει | θα εξελέγξουμε / θα εξελέγχουμε | θα εξελέγξετε / θα εξελέγχετε | θα εξελέγξουν / θα εξελέγξουνε / θα εξελέγχουν / θα εξελέγχουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξελέγξει | έχεις εξελέγξει | έχει εξελέγξει | έχουμε εξελέγξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξελέγξει | είχες εξελέγξει | είχε εξελέγξει | είχαμε εξελέγξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξελέγξει / να εξελέγξω / να εξελέγχω | να έχεις εξελέγξει / να εξελέγξεις / να εξελέγχεις | να έχει εξελέγξει / να εξελέγξει / να εξελέγχει | να έχουμε εξελέγξει / να εξελέγξουμε / να εξελέγχουμε | να εξελέγξετε / να εξελέγχετε | να εξελέγξουν / να εξελέγξουνε / να εξελέγχουν / να εξελέγχουνε |
| Προστακτική | — | εξέλεγξε / εξέλεγχε | — | — | εξελέγξτε / εξελέγχετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξελέγχομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →