εξιστορώ
•
- αναφέρω και περιγράφω κάτι που έγινε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξιστορώ < αρχαία ελληνική ἐξιστορέω / ἐξιστορῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξιστορώ | εξιστορείς | εξιστορεί | εξιστορούμε | εξιστορείτε | εξιστορούν / εξιστορούνε |
| Παρατατικός | εξιστορούσα | εξιστορούσες | εξιστορούσε | εξιστορούσαμε | εξιστορούσατε | εξιστορούσαν / εξιστορούσανε |
| Αόριστος | εξιστόρησα | εξιστόρησες | εξιστόρησε | εξιστορήσαμε | εξιστορήσατε | εξιστορήσαν / εξιστορήσανε / εξιστόρησαν |
| Μέλλοντας | θα εξιστορήσω / θα εξιστορώ | θα εξιστορήσεις / θα εξιστορείς | θα εξιστορήσει / θα εξιστορεί | θα εξιστορήσουμε / θα εξιστορούμε | θα εξιστορήσετε / θα εξιστορείτε | θα εξιστορήσουν / θα εξιστορήσουνε / θα εξιστορούν / θα εξιστορούνε |
| Παρακείμενος | έχω εξιστορήσει | έχεις εξιστορήσει | έχει εξιστορήσει | έχουμε εξιστορήσει | έχετε εξιστορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξιστορήσει | είχες εξιστορήσει | είχε εξιστορήσει | είχαμε εξιστορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξιστορήσει / να εξιστορήσω / να εξιστορώ | να έχεις εξιστορήσει / να εξιστορήσεις / να εξιστορείς | να έχει εξιστορήσει / να εξιστορήσει / να εξιστορεί | να έχουμε εξιστορήσει / να εξιστορήσουμε / να εξιστορούμε | να έχετε εξιστορήσει / να εξιστορήσετε / να εξιστορείτε | να εξιστορήσουν / να εξιστορήσουνε / να εξιστορούν / να εξιστορούνε |
| Προστακτική | — | εξιστόρει / εξιστόρησε | — | — | εξιστορήστε / εξιστορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →