Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπίβλεπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται χωρίς επίβλεψη, που δεν τον επιβλέπει κάποιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεπίβλεπτος < αν- (στερητικό α-) + επιβλέπ(ω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπίβλεπτοςανεπίβλεπτηανεπίβλεπτο
Γενικήανεπίβλεπτουανεπίβλεπτηςανεπίβλεπτου
Αιτιατικήανεπίβλεπτοανεπίβλεπτηανεπίβλεπτο
Κλητικήανεπίβλεπτεανεπίβλεπτηανεπίβλεπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπίβλεπτοιανεπίβλεπτεςανεπίβλεπτα
Γενικήανεπίβλεπτωνανεπίβλεπτωνανεπίβλεπτων
Αιτιατικήανεπίβλεπτουςανεπίβλεπτεςανεπίβλεπτα
Κλητικήανεπίβλεπτοιανεπίβλεπτεςανεπίβλεπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →