Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπιείκεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοέλλειψη επιείκειας Βικιλεξικό
    • Έτσι τα κακώς κείμενα, οι αντιφάσεις, οι δυσλειτουργίες, οι ανεπιείκειες και οι αδικίες του κόσμου δεν θα αίρονταν ως δια μαγείας και από μόνες του (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)

Ετυμολογία

ανεπιείκεια < αρχαία ελληνική ἀνεπιείκεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανεπιείκειαανεπιείκειες
Γενικήανεπιείκειαςανεπιεικειών
Αιτιατικήανεπιείκειαανεπιείκειες
Κλητικήανεπιείκειαανεπιείκειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →