ανθοπωλείο
•
- κατάστημα που πουλάει άνθη, λουλούδια και άλλα σχετικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανθοπωλείο < ανθοπώλ(ης) + -είο. Μορφολογικά αναλύετα σε ανθο- + -πωλείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθοπωλείο | ανθοπωλεία |
| Γενική | ανθοπωλείου | ανθοπωλείων |
| Αιτιατική | ανθοπωλείο | ανθοπωλεία |
| Κλητική | ανθοπωλείο | ανθοπωλεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →