ανθοστολίζω
•
- στολίζω με άνθη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανθοστολίζω < άνθος + -ο- + στολίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανθοστολίζω | ανθοστολίζεις | ανθοστολίζει | ανθοστολίζουμε | ανθοστολίζετε | ανθοστολίζουν / ανθοστολίζουνε |
| Παρατατικός | ανθοστόλιζα | ανθοστόλιζες | ανθοστόλιζε | ανθοστολίζαμε | ανθοστολίζατε | ανθοστολίζαν / ανθοστολίζανε / ανθοστόλιζαν |
| Αόριστος | ανθοστόλισα | ανθοστόλισες | ανθοστόλισε | ανθοστολίσαμε | ανθοστολίσατε | ανθοστολίσαν / ανθοστολίσανε / ανθοστόλισαν |
| Μέλλοντας | θα ανθοστολίζω / θα ανθοστολίσω | θα ανθοστολίζεις / θα ανθοστολίσεις | θα ανθοστολίζει / θα ανθοστολίσει | θα ανθοστολίζουμε / θα ανθοστολίσουμε | θα ανθοστολίζετε / θα ανθοστολίσετε | θα ανθοστολίζουν / θα ανθοστολίζουνε / θα ανθοστολίσουν / θα ανθοστολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανθοστολίσει | έχεις ανθοστολίσει | έχει ανθοστολίσει | έχουμε ανθοστολίσει | έχετε ανθοστολίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανθοστολίσει | είχες ανθοστολίσει | είχε ανθοστολίσει | είχαμε ανθοστολίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανθοστολίσει / να ανθοστολίζω / να ανθοστολίσω | να έχεις ανθοστολίσει / να ανθοστολίζεις / να ανθοστολίσεις | να έχει ανθοστολίσει / να ανθοστολίζει / να ανθοστολίσει | να έχουμε ανθοστολίσει / να ανθοστολίζουμε / να ανθοστολίσουμε | να έχετε ανθοστολίσει / να ανθοστολίζετε / να ανθοστολίσετε | να ανθοστολίζουν / να ανθοστολίζουνε / να ανθοστολίσουν / να ανθοστολίσουνε |
| Προστακτική | — | ανθοστόλιζε / ανθοστόλισε | — | — | ανθοστολίζετε / ανθοστολίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →