Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθρωπομορφικός

/an.θɾo.po.moɾ.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ανθρωπομορφισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθρωπομορφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anthropomorphique < anthropomorphisme < αρχαία ελληνική ἄνθρωπος + μορφή. Μορφολογικά αναλύεται σε ανθρωπο- + -μορφικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρωπομορφικόςανθρωπομορφικήανθρωπομορφικό
Γενικήανθρωπομορφικούανθρωπομορφικήςανθρωπομορφικού
Αιτιατικήανθρωπομορφικόανθρωπομορφικήανθρωπομορφικό
Κλητικήανθρωπομορφικέανθρωπομορφικήανθρωπομορφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρωπομορφικοίανθρωπομορφικέςανθρωπομορφικά
Γενικήανθρωπομορφικώνανθρωπομορφικώνανθρωπομορφικών
Αιτιατικήανθρωπομορφικούςανθρωπομορφικέςανθρωπομορφικά
Κλητικήανθρωπομορφικοίανθρωπομορφικέςανθρωπομορφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →