ανιδρύω
•
- ανοικοδομώ, ιδρύω, συστήνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανιδρύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνιδρύω < ἀν- (ἀνά) + αρχαία ελληνική ἱδρύω. Συγχρονικά αναλύεται σε αν- + ιδρύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →